Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

ΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΙΩΤΕΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ....(Αφιερωμένο).


Δύο υπέροχα τραγούδια Αφιερωμένα σε όλους τους Ποταμιώτες που ζουν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος...

Mικροί και μεγάλοι που στερούνται τις χαρές και τις ομορφιές του Χωριού μας.Την ηρεμία και την γαλήνη...τον φυσικό και υλικό πλούτο.Και ακόμα τούς συγγενείς και φίλους.

Πού ζουν επί καθημερινής βάσεως με το άγχος της καθημερινότητας,μέσα στη ζούγκλα της κίνησης,της φτώχειας  της ανέχειας και της εγκληματικότητας.

                   


Καταφύγιο το Χωριό,μια εξόρμηση πού σε κάνει να πετάς.



Ιδού τι γράφει ένα μικρό παιδάκι που ζεί και μεγαλώνει στήν πόλη:


«Χτες η μαμά μου θύμωσε γιατί έκανα φασαρία και μου είπε πως αν δεν κάθομαι καλά, θα σκεφτεί πολύ αν θα πάμε στο χωριό ! Αχα, το είχα υποψιαστεί πως είναι οι μέρες που θα πάμε στο χωριό! Έβγαλα γρήγορα τις βαλίτσες αλλά μετά μου είπε κοντά δέκα φορές όχι ακόμη, μετά από μέρες, λες κι είμαι χαζός… Έφερα τη βαλίτσα ξανά και ξανά όχι γιατί δεν καταλαβαίνω τι μου λέει αλλά γιατί πάλι ξέχασε να μου πει ακριβώς μετά από πόσες μέρες.
 Από την αλλαγή στον καιρό και από το κουδούνισμα που κάνει
το ρολόι μέσα στο στομάχι μου (η μαμά λέει πως έχω καταπιεί ρολόι και ξέρω μέχρι και το σωστό πεντάλεπτο). Κι έτσι είμαι γεμάτος χαρά, ξέρω πως όταν έρθει η ώρα εκείνη θα μου δείξει φωτογραφίες από το χωριό και θα με φωνάξει να ετοιμάσουμε βαλίτσες.


Μου αρέσει πολύ στο χωριό. Πρώτα από όλα μου αρέσει το κρέας και η χαρά που έχουν όλοι στο τραπέζι. Και που τρώμε στην αυλή.
»Στο χωριό είμαι ελεύθερος να κάνω πράγματα που δεν κάνω στην πόλη. Μπορώ να πηγαίνω βόλτες μόνος μου. Και όλοι με ξέρουν και με χαιρετούν με χαμόγελο. Κανείς δε ρωτάει, γιατί δε μιλάει το παιδί, γι’ αυτό κι εγώ μιλώ πολύ πιο εύκολα και άνετα σε όλους όταν θέλω κάτι ή όταν κάτι με ρωτούν.
Το χωριό μου είναι το μόνο μέρος που με αφήνουν να πάω σε κάποιο μαγαζί μόνος μου και να ψωνίσω ό,τι θέλω. Γιατί δεν περνούν αυτοκίνητα, γύρω μου όλοι είναι θείοι και οι αποστάσεις είναι κοντινές. Τα παιδιά στο χωριό με ξέρουν, είμαι ο Γιάννης τους, δε με κοιτάζει κανείς περίεργα.
»Και όταν το έχω ανάγκη με αφήνουν στην ησυχία μου, και όταν πλησιάζω κάποιο μου χαμογελά και με παίζει. Και μάλιστα παίζει και τα αγαπημένα μου παιχνίδια, κρυφτό και κυνηγητό! Γιατί έχει πολύ ωραία λιβάδια για τρέξιμο σε αυτό το μέρος.
Έχει ακόμη ωραία σουβλάκια. Αισθάνομαι παντού ασφαλής και χορτάτος. Χορτάτος από σουβλάκια και από όλα όσα βρίσκω στον κήπο και στα λαχανικά της γιαγιάς μου και στα ρυάκια δίπλα στο σπίτι. Στο χωριό κανείς δεν πάει στη δουλειά του και στο σχολείο. Όλοι είναι μαζί κι ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, κι ας είναι και λίγο μόνος του για όσο χρόνο χρειάζεται.
Στο χωριό ξέρω τι να περιμένω»