Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

«Όποιος δεν του μέλλει να πνιγεί...».ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ!!!



Γράφει ο κ.Δημήτρης Τσούνης 
(Αστυνομικός Διευθυντής εν αποστρατεία).


θέλω να μεταφέρω στους νεότερους μερικά πράγματα από τη ζωή των προγόνων της περιοχής Παρακαμπυλίων Αιτωλοακαρνανίας.Ειδικότερα πώς κατάφερναν να επιζούν από τις κακουχίες των πολέμων,πώς διασκέδαζαν και τις ειδικές εμπειρίες από τον τρόπο ζωής τους.
 Θα σας μεταφέρω μερικές από τις διηγήσεις του πατέρα μου κατοίκων Ποταμουλας και της Σαργιάδας και των οικείων του Γιάννη Φραγκούλη.
Ο Γιάννης Φραγκούλης γεννήθηκε το 1906 στο Σταυροχώρι Ευρυτανίας και από τα παιδικά του χρόνια εγκαταστάθηκε στην Ποταμουλα και στη συνέχεια στο συνοικισμό Φραγκοσκαλα Σαργιάδας με κύρια απασχόληση την αγροτοκτηνοτροφία. 
Με την κήρυξη του Ελληνοιταλικού πολέμου ο Φραγκούλης βρίσκεται ως στρατιώτης στην Ελληνοαλβανικη μεθόριο και πολεμά κατά των κατακτητών.
Μετά την κατάρρευση Ελληνικού μετώπου παίρνει το δρόμο της επιστροφής πεζός μαζί με άλλους στρατιώτες από την περιοχή το Αγρινίου,προκειμένου να επιστρέψει στον τόπο τού.
Φτάνοντας στον ποταμό Καλαμά πήγαν να περάσουν με μία υποτυπώδη σχεδία την οποία χειριζόταν κάτοικος της περιοχής.Ο χειριστής της σχεδίας αρνήθηκε λόγω κούρασης να τους εξυπηρετήσει.Αν και τον παρακάλεσαν αυτός τους είπε ότι στις 4:00 το πρωί της επόμενης θα συνέχιζε το έργο του.Όλοι οι στρατιώτες πήγαν να κοιμηθούν 200-300 μέτρα πίσω και ετοιμάζονταν για το πέρασμα με την πρώτη διέλευση τη νύχτα.
Ο Φραγκούλης διαφώνησε για τη ώρα διέλευσης τη νύχτα και είπε ότι αυτός θα κοιμηθεί και το πρωί θα ξεκινήσει,πράγμα που τελικά έπραξε.Το πρωί φτάνοντας στο σημείο πού ήταν η σχεδία την αναζήτησε αλλά αυτή δυστυχώς δεν υπήρχε και εκεί έμαθε ότι αναποδογύρισε και πνίγηκαν πολλοί άνθρωποι. 
Από την ορεινή τριχωνίδα και τα χωριά Κυπάρισσος και Σκουτερά πνίγηκαν δύο νέοι στρατιώτες οΣωτηρόπουλος και ο Χαντζάρας.Τότε ο Φραγκούλης  αναγκάστηκε να περπατήσει για ένα διάστημα κατά μήκος του ποταμού όπου συνάντησε ένα πλάτωμα και κατάφερε να περάσει απέναντι.Προχωρώντας πάντα πεζός έφτασε στον ποταμό Άραχθο και στη περιοχή της Άρτας.
Εκεί δυστυχώς τον πρόλαβε και τον εγκλώβισε μηχανοκίνητο τμήμα των Γερμανών που κατευθύνονταν  προς την Αθήνα.Δεν έχασε όμως την ψυχραιμία του και πλησιάζοντας το μηχανοκίνητο τμήμα που στάθμευσε χαιρέτησε τους Γερμανούς με διάφορα νοήματα και πήδηξε καβάλα ανάποδα σε ένα κανόνι που ρυμουλκούσε κάποιο όχημα.
Βλέποντας τις κινήσεις του Φραγκούλη οι Γερμανοί στρατιώτες έβαλαν τα γέλια και τον φωτογράφιζαν.Φανταστείτε τα γέλια των Γερμανών!!!Θα πρέπει να ήταν σαν εκείνους τους στρατιώτες που γελούσαν στην ταινία ''το ξυπόλητο τάγμα'' όταν οι ξυπόλητοι πιτσιρικάδες προσπαθούσαν να ανάψουν το τσιγάρο τους από τα φώτα των φορτηγών τους,οι δε άλλοι δημιουργώντας ανθρώπινη αλυσίδα τους αφαιρούσαν κιβώτια με τρόφιμα.
Με νοήματα ο Φραγκούλης έπεισε τους Γερμανούς να τον πάρουν και αυτόν προς το Αγρίνιο.Καβάλα στο κανόνι το κομβόι των Γερμανών έφτασε στην παλιά γέφυρα Αχελώου όπου περνούσε τότε ο δρόμος για την Αθήνα.Έκανε νόημα να σταματήσουν και χαιρετώντας τους ακολούθησε τα γνώριμα γι'αυτόν μονοπάτια.Κινήθηκε κατά μήκος του ποταμού Ζέρβα και έφτασε στην Ποταμούλα.

Ο Φραγκούλης Εισαγγελέας

Στα πέτρινα χρόνια πού ακολούθησαν μετά την ολοκληρωτική κατάληψη της Χώρας από τους Γερμανο'ι'ταλούς ,ο Φραγκούλης σαν πανέξυπνος και με χιούμορ άνθρωπος πού ήταν,ανέλαβε να εκτελεί το έργο του Εισαγγελέα στα λαϊκά δικαστήρια στην περιοχή των Παρακαμπυλίων με πρόεδρο τον τότε  εφημέριο του Ι.Ν.Αγίου Γεωργίου Ποταμούλας Δημήτριο Ιωακείμ.Έδρα του δικαστηρίου ήταν η Ποταμούλα θέση ''Πραταρέ'ι'κα''.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση που κλήθηκε να εκδικάσει και αφορούσε οικονομική διένεξη που είχε κάτοικος από το χωριό Κυπάρισσος με τον Ποταμιώτη Νιούλα (Ευθύμιο) Τσιτσιβό.

Ο Νιούλας από πτώση είχε αυτοτραυματιστεί στο χέρι του με κυνηγετικό όπλο και ο μηνυτής σαν πρακτικός γιατρός ανέλαβε με διάφορες κηραλοιφές να τον κάνει καλά όπως και έγινε με αντάλλαγμα δύο γίδες.Ο μηνυόμενος  όμως αρνείτο να καταβάλει τα συμφωνηθέντα.Μάρτυρας ήταν ο Θύμιος Μπίλιας,ο παλιός χωροφύλακας πανέξυπνος κι αυτός όπως ο ''Εισαγγελέας Φραγκούλης''.Στο λαϊκό δικαστήριο κατέθεσε ο μηνυτής και κλήθηκε  στη συνέχεια ο μάρτυρας ,πλην όμως προσήλθε φορώντας το καπέλο του και τότε ο''Εισαγγελέας'' του είπε το αλησμόνητο ''αποκαλυφθείτε συναγωνιστή και μετά ορκιστείτε''.Ο Μπίλιας έκανε μεταβολή και βήματα πίσω έβγαλε το καπέλο και προσήλθε να καταθέσει.
Για την ιστορία ο Νιούλας καταδικάστηκε πλην όμως πλήρωσε λιγότερα,μια μικρή ποσότητα σιταριού,απόφαση η οποία δεν καλάρεσε στον μηνυτή και του προτάθηκε να κάνει έφεση για το επόμενο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που θα γινόταν στο Ζελίχοβο πλην όμως όποιος πήγαινε στο δευτεροβάθμιο  Δικαστήριο είχε κακά ξεμπερδέματα.
Σε όλα τα πέτρινα χρόνια ο μπάρμπα Γιάννης δεν έχανε το χιούμορ του ήταν πάντα γελαστός και πειραχτήρι.

Ο Φραγκούλης τηλεφωνητής.

Όταν το χωριό ήταν υπό τον έλεγχο των ανταρτών στα μετέπειτα χρόνια αυτός εκτελούσε χρέη τηλεφωνητή.Τότε το πρόχειρο τηλεφωνείο ήταν στο σπίτι του στην Ποταμούλα και ήταν υποτυπώδες (μια συσκευή χειροκίνητη και απλωμένα σύρματα) περιττόν δε να σας περιγράψω ότι δεν υπήρχε καμία προστασία και όλοι οι τηλεφωνητές είχαν συνακρόαση.Μια βραδιά ο τηλεφωνητής κάλεσε στο Πυργί γνωστό και φίλο ονόματι Σερέτη και του είπε να προετοιμαστεί κατάλληλα ώστε να γράψει ένα σήμα με τίτλο: ''ανακοινωθέν Λάτας''.Αφού ξαναρώτησε τον συνομιλητή του αν πήρε χαρτί και μολύβι τού είπε γράψε τώρα συναγωνιστή και βάζοντας το ακουστικό στα οπίσθια ακούστηκε ''παρατεταμένο μπαμ'' από βουνίσια φασολάδα.
Έγινε χαμός από τα γέλια των τηλεφωνητών από τη συνακρόαση,μάλιστα ειπώθηκε ότι ακούστηκε μέχρι την Κατοχή Μεσολογγίου.Για το γεγονός κινδύνεψε να περάσει στρατοδικείο αλλά ύστερα από παρεμβάσεις άλλων ατόμων την γλίτωσε.

Ο Φραγκούλης επιστάτης.

Μετά τον πόλεμο και στην δεκαετία του 1950 όλοι οι κάτοικοι από κάποια ηλικία και πάνω έπρεπε να εργάζονται για την κοινωφελή εργασία στην κοινότητα που ζούσαν,την λεγόμενη  ''προσωπική εργασία'' (διάνοιξη- καθαρισμός δρόμων-κατασκευή οχετών,γεφυριών κλπ).
Ο Φραγκούλης πού όπως προανέφερα ήταν πανέξυπνος αναλάμβανε το πόστο του επιστάτη-εργοδηγού για να καλοπερνάει.Σε κάποιες από τις δύσκολες εργασίες όπως ήταν το σπάσιμο της πέτρας με την ''βαρειά'' αυτός είχε έμπειρο αυτί και καταλάβαινε πότε τα μόρια της πέτρας έχουν ''σπάσει'' και με απειροελάχιστη προσπάθεια θα έσπαγε και τότε ήταν πού έλεγε στους νέους και ειδικότερα στον νεαρό τότε Πάνο Κολοσιώνη ''άστο Πάνο καλός είσαι και δυνατός,αλλά δεν νογάς'' και πιάνοντας αυτός την βαρειά με ένα δύο χαλαρά χτυπήματα έσχιζε τη πέτρα.

Ο γράφων γνώρισε τον μπάρμπα Γιάννη σε σχετικά μεγάλη ηλικία,τον θυμάται να καπνίζει το τσιμπούκι του να παίζει δηλωτή στο καφενείο και πάντα να είναι καλοσυνάτος και με το χαμόγελο στα χείλη όπως και έφυγε απο τον μάταιο τούτο κόσμο το έτος 1996.