Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Μια συγκινητική διήγηση:Ο Δάσκαλος Βασίλης Βάζος θυμάται...στην Ποταμούλα της δεκαετίας του 1950.(ΦΩΤΟ)

«Είχα τελειώσει την Ακαδημία από το 1954, είχα υπηρετήσει τη στρατιωτική μου θητεία, είχα ήδη δουλέψει ως δάσκαλος στο 1ο, 2ο & 4ο σχολείο Καισαριανής και είχα φτάσει μέχρι τη Μακεδονία (Κορμίστα Σερρών) ως προσωρινός δάσκαλος, αλλά επίσημος διορισμός δεν φαινόταν πουθενά στον ορίζοντα. Πρέπει να έλιωσα ένα ζευγάρι σόλες ανεβοκατεβαίνοντας τα ξύλινα (τότε) σκαλιά του υπουργείου Παιδείας για να μάθω πρώτος τον διορισμό μου. Το καθημερινό μου δρομολόγιο ήταν,  υπουργείο – Εθνικό Τυπογραφείο, με είχαν μάθει οι θυρωροί, οι μπαρμπέρηδες και οι καθαρίστριες. Ώσπου μια μέρα, αρχές Οκτωβρίου του ’59, μόλις φθάνω στην οδό Καποδιστρίου (Εθνικό Τυπογραφείο),  βλέπω πρόσωπα χαμογελαστά. Επιτέλους ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ!  Πληρώνω, παίρνω 2 φύλλα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και τρέχω σπίτι. Αρπάζω τη βαλίτσα που είχα έτοιμη από καιρό με όσα απαραίτητα μου χρειάζονταν και κατευθείαν στο ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας! Μόλις φθάνω, χτυπάω την πόρτα του γραφείου της Επιθεώρησης, δείχνω το ΦΕΚ με σημειωμένο το όνομά μου και περιμένω να διοριστώ ώστε να αρχίσω να πληρώνομαι. Έπεσα όμως σε υπάλληλο γραφειοκράτη, της πιο συντηρητικής μορφής, περίμεναν οι  «άθλιοι» το χαρτί από το υπουργείο. Για 2-3 μέρες λοιπόν ήμουν τουρίστας στην πόλη, μέχρι που έφτασε και το χαρτί. Ορκίζομαι και μου δίνουν «προσωρινή» θέση στονΚελανίτη  (συνοικία της Ποταμούλας). Εδώ αρχίζει η καριέρα μου ως εκπαιδευτικός.
Οι κάτοικοι με περίμεναν πως και πως.  Για πότε μου πήραν την βαλίτσα, για πότε μου ετοίμασαν το γιατάκι μου, όλα σε χρόνο μηδέν! Για ύπνο, μου παραχώρησε ο Μιλτιάδης Καφρίτσας ένα δωμάτιο επάνω από το μαγαζί – παντοπωλείο. Για φαγητό, οι φιλόξενοι κάτοικοι είχαν μεριμνήσει έτσι ώστε κάθε μεσημέρι με περίμενε ένα βαθύ πιάτο με κοτόπουλο «μπλουμ» (αλανιάρικο κοτόπουλο, μέσα σε πιλάφι), που ακόμα με κυνηγάει η γεύση του και η νοστιμιά του.  Μετά από 2-3 μέρες παίρνω το φαγητό μου και κατεβαίνω στο μαγαζί με τη δικαιολογία ότι μόνο οι καλόγεροι και οι κατάδικοι τρώνε μόνοι  στο κελί τους. Ήθελα να γνωρίσω και να γνωριστώ με τους κατοίκους.  Έτσι, όποιος έμπαινε στο μαγαζί τον καλούσα για μια κούπα κρασί. Ήταν και οι μερίδες ξεγυρισμένες!


Ζωή και κότα λοιπόν, αυτό όμως κράτησε μέχρι τις 14 του Νοέμβρη γατί με τον άγιο Φίλιππο μπήκαμε στη νηστεία των Χριστουγέννων κι άρχισε η περίοδος της φασολάδας. Ευτυχώς επιτρέπονταν η ρέγγα, την οποία ονόμαζαν «δικηγόρο» επειδή έμοιαζε με τη γραβάτα που φορούσαν εκείνη την εποχή οι δικηγόροι.  Τα βράδια του χειμώνα λοιπόν, τα περνούσαμε παρέα με τους «δικηγόρους»,  δηλωτή, λίγο κρασί και παρέα.  Το ζευγάρι που κέρδιζε στη δηλωτή έπαιρνε ένα λουκουμάκι – έπαθλο για το σπίτι.  Τα πειράγματα την άλλη μέρα έδιναν κι έπαιρναν:
-Κυρά – Μήτσαινα, σου έφερε ο άντρας σου λουκουμάκι χτες βράδυ;;;
…αξέχαστες βραδιές με ωραία πειράγματα, όλοι μαζί σαν μια οικογένεια!
Θυμάμαι τον Γιώργο τον Γκούσια, τονΜιχάλη που έκανε τον ψάλτη, τον Ταξιάρχη,  τον Λιούλιο, τον Μπιτσικώκο, τον Βαγενά, τους Στυλιαραίους, τον Βλαχογιάννη κι άλλα πρόσωπα που αυτή τη στιγμή δεν μου έρχονται τα ονόματά τους στο μυαλό.
Στις 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τι άδειες που είχα βγάλει, παντρευόμουν. Ζήτησα μια μέρα άδεια για να προλάβω να κουρευτώ κι ο «ευλογημένος» απέρριψε το αίτημά μου ( ο Θεός να τον συγχωρέσει).
Ας κάνουμε μια βουτιά στο χρόνο τώρα, να πάμε στη σημερινή εποχή
Η συγχωρεμένη η μάνα μου έλεγε: «Ρωτώντας πας στην πόλη», έτσι πριν λίγο καιρό (το 2017), σε μια από τις ωραίες φιλολογικές και οικογενειακές βραδιές στο σπίτι της Σοφία Τριανταφύλλου, ανοίξαμε το κεφάλαιο της πρώτης μας νιότης.
Να κάνω μια παρένθεση εδώ, και να πω ότι η Σοφία έχει συνεισφέρει αρκετά στην παράδοση και την κουλτούρα της Καισαριανής, είναι  δραστήρια (έχει γράψει 2 βιβλία για την πόλη μας και κάποια άλλα λαογραφικά για άλλες πόλεις της Ελλάδας) . Η Σοφία λοιπόν μ΄ έκανε με τον τρόπο της να της εξομολογηθώ για τα χρόνια που έζησα (νέος) στο Αγρίνιο και πάνω στη συζήτηση μου αποκαλύπτει ότι έχει επαφές με την εφημερίδα της Ποταμούλας (Potamoula News)! Συγκινήθηκα όταν διαπίστωσα ότι μπορούσα να επικοινωνήσω με το χωριό που πρωτοδιορίστηκα κι έκανα πρώτα δειλά μου βήματα στη μεγάλη αποστολή που λέγεται «εκπαιδευτικό έργο».  Χωμένα για χρόνια στα βάθη του μυαλού μου, έρχονται ένα – ένα τα περιστατικά και οι εικόνες του όμορφου χωριού, της Ποταμούλας Αγρινίου.
Διορίστηκα στις 10 Οκτωβρίου 1959 και τις 26 του ίδιου χρόνου παντρεύτηκα τη γειτόνισσά μου, Μαρία.  Τελειώνοντας οι γιορτές, μαζί με τις σχολικές διακοπές, φορτώνουμε λοιπόν οι νιόπαντροι τα μπογαλάκια μας για τη νέα μας πατρίδα, τηνΠοταμούλα. Στο Αγρίνιο είχα από πριν συνεννοηθεί με έναν οδηγό φορτηγού, τονΠερικλή, ώστε μόλις έφτανα από την Αθήνα στο Αγρίνιο με το ΚΤΕΛ να μεταφορτώσουμε την «οικοσυσκευή» για Ποταμούλα. Μέχρι τότε, η γυναίκα μου δεν είχε βγει από την Αθήνα, παρά ίσως μόνο για κάποια σχολική εκδρομή. Εγώ είχα υπηρετήσει στρατιώτης στα Τρίκαλα, είχα δουλέψει αναπληρωτής δάσκαλος στα Σέρρες και κάτι ήξερα.  Ο Περικλής λοιπόν κι εγώ αναλαμβάνουμε την ξενάγηση της πρωτόβγαλτης στην επαρχία.  Η Μαρία λοιπόν ρωτούσε για τα πουρνάρια, ποιο καρπό μας δίνουν κι απορούσε πως στέκονταν οι πέτρες στις σκεπές των σπιτιών (οι περίφημες «φισάλες», όπως τις έλεγαν). Είχε μεγάλη αγωνία και κάθε τόσο ρωτούσε πότε θα φτάσουμε. «Μόλις περάσουμε κι αυτό του βουνό», της απαντούσαμε και μετά από λίγο: «είμαστε μακριά ακόμα; Φτάνουμε; Κοντεύουμε;»  Πάνω που άρχισαν να τελειώνουν τα ψέματα, είδαμε να ξεπροβάλλουν τα πρώτα σπίτια της Ποταμούλας. Στο έμπα του χωριού, αριστερά, το πρώτο σημείο ζωής: ήταν των Φώτων και ένας ιερέας άγιαζε σπίτια, χωράφια, ζωντανά,  ο παπα-Ιωακείμ, εφημέριος του Ιερού Ναού του ΑγίουΓεωργίου. Άρχισε να αναπνέει η γυναίκα μου και πήγε κοντά στον ιερέα να την αγιάσει. Έτσι γνωριστήκαμε με τον παπα-Ιωακείμ κι από τότε, τελειώνοντας τη Λειτουργία, μας περίμενε πάντα στον περίβολο της εκκλησίας για να μας καλέσει για το μεσημεριάτικο κυριακάτικο φαγητό. 

Συνεχίσαμε να προχωρούμε μέσα στο χωριό κι η γυναίκα μου φώναζε: «να κι άλλο διόροφο!»  Φτάνουμε λοιπόν στον Κελανίτηκατάκοποι! Ξενοδοχείο δεν υπήρχε, ούτε κάποιο σπίτι για ενοικίαση.  Υπήρχε μόνο ένα νεόδμητο οικοδόμημα, ημιτελές, ασοβάντιστο κι αταβάνωτο. Καταλήξαμε σ΄αυτό ελλείψει άλλου.  Ιδιοκτήτης του κτίσματος ήταν ο Μπιτσικώκος Κώστας(πολύτεκνος, με 12 παιδιά!).  Από το Αγρίνιο μου έστειλαν χοντρό χαρτί για να ταβανώσω. Συγκράτησα το χαρτί με πινέζες στο ταβάνι, όταν όμως φύσαγε το χαρτί κυμάτιζε! Ήταν μια κάποια λύση όμως, γιατί χωρίς το ταβάνωμα, από τα κενά των κεραμιδιών «μετρούσες τα΄άστρα» όπως έλεγε και ο Λουντέμης.
Το σχολείο του Κελανίτη της Ποταμούλαςήταν νεοϊδρυθέν κι έπρεπε να λειτουργήσει! Κατεβαίνω στο Αγρίνιο και φτιάχνω τη στρογγυλή σφραγίδα «η μεγάλη του Κράτους  σφραγίς», πήρα κι ένα δεκάρι κόλλες αναφοράς, ντοσιέ κι ότι χρειάζεται ένα σχολείο και με τους κατοίκους αρχίσαμε να πασχίζουμε για να γίνει ένα κανονικό σχολείο. Παράλληλα, αναφερόμουν καθημερινά στο προϊστάμενο, με το γνωστό θέμα: «περί ελλείψεως θρανίων κλπ.». Προσφέρθηκε ο Βαρελάς να μας δώσει ένα δωμάτιο που μάλλον δεν του περίσσευε. Πέσαμε όλοι μαζί να το καθαρίσουμε, καρφώσαμε τάβλες για θρανία, έφτιαξα μόνο μου τον μαυροπίνακα (με αυγό, όπως μας είχαν διδάξει) κι άρχισαν τα μαθήματα.
Κάποια μέρα του Φλεβάρη φτάνει ο Επιθεωρητής. Βλέπει τα πρωτόγονα θρανία και τις ελλείψεις και με επέπληξε με αυστηρότητα γιατί αγόραζα τα υλικά από την τσέπη μου (και θα ΄χε συνέχεια, αν δεν του έδειχνα αντίγραφα που κρατούσα από τις καθημερινές μου αναφορές στο προϊστάμενο). Η απάντησή του, ιστορική: «Καλά, νομίζεις ότι καθόμαστε και διαβάζουμε καθημερινά όλο αυτό το χαρτομάνι που έρχεται στο γραφείο; Πάρε κανένα τηλέφωνο καημένε!» Η απάντηση μου: «Ευχαρίστως αν υπήρχε τηλέφωνο!
Η θέση μου στον Κελανίτη ήταν προσωρινή. Το καλοκαίρι του ’60 μου δίνουν οριστική θέση στο Περιστέρι (χωριό χωρίς δρόμο, φως, νερό, τηλέφωνο). Καινούργιο κτίριο αλλά με 82-84 μαθητές μόνος μου! Έμεινα εκεί 5 χρόνια.
Θυμάμαι ακόμα τον αποχωρισμό μου από τον Κελανίτη. Ήρθε όλο το χωριό να μας αποχαιρετήσει, βοήθησαν στο φόρτωμα και χωρίσαμε με δάκρυα στα μάτια…
Κάποιοι, για ενθύμιο μας χάρισαν από  ένα κοτόπουλο. Βαφτίσαμε κάθε ζωντανό με το όνομα του δωρητή! Πέρασαν 60 χρόνια και θυμάμαι ακόμα τον κόκορα του κυρ Γιώργηκαι την ασπρούλα κότα από την κυρία Ελένη… ας  είναι καλά όλοι οι Ποταμουλιώτες!

ΒΑΖΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
190 03
Τ.Θ. 16 209
(e mail: VASVAZOS@GMAIL.com)