Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο «ΜΗΤΣΑΝΤΡΩΝΗΣ»

Γράφει ο Δημήτρης Ι.Τσούνης.

Ο Δημήτριος  Ανδρώνης γεννήθηκε το έτος  1891 στην Ποταμούλα Αγρινίου.
Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στη γενετειρά του όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα στο Δημοτικό  σχολείο.Στη συνέχεια ασχολήθηκε  όπως σχεδόν όλοι οι νέοι της ηλικίας του στο χωριό με την αγροτοκτηνοτροφία.
Πριν την στράτευση του για μικρό χρονικό διάστημα υπήρξε ανυπότακτος κρυπτόμενος στο χωριό. Στη συνέχεια κατόπιν παρεμβάσεων συγγενών και φίλων κατετάγη στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων στο Μεσολόγγι.
Το έτος 1920 το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων μεταβαίνει στη Σμύρνη της Μ.Ασίας και εγκαθίσταται στην περιοχή της Μαγνησίας.
Στην περιοχή αυτή ο Δημήτριος Ανδρώνης εκτελεί χρέη φοροεισπράκτορα κυρίως για τις ανάγκες του Στρατού,μαζί με τον Ηλία Ευθυμίου από την Κυπάρισσο Αγρινίου και έναν ακόμη Θρακιώτη στρατιώτη με το επώνυμο Φιλιππιάδης.
Ακολούθως το Σύνταγμα που υπηρετεί παίρνει εντολή να κινηθεί προς το "Εσκι Σεχιρ" και στη συνέχεια προς την Άγκυρα. Περνά το Σαγγάριο ποταμό με τις πρώτες γέφυρες που κατασκεύασε το μηχανικό του Στρατού.
Καλείτε να κινηθεί στην άδεδρη και άνυδρη Αλμυρά έρημο για σαράντα περίπου μέρες με καύσωνα στο "Άφιον Καραχισάρ".Στο Άφιον Καραχισάρ υπήρχε οχύρωση με τέσσερις σειρές συρματοπλέγματα και η κατάληψη του "έφαγε πολύ στρατό" όπως έλεγε. Την μεγαλύτερη μάχη όμως την έδωσε στο "Καρά Κουγιούν" Εδώ ήταν που δάκρυζε κατά την διάρκεια των διηγησεών του.Τόνιζε με έμφαση παρά τα "γιουρούσια" πού έκαναν και τη λέξη <<Αέρα>> που φώναζαν οι στρατιώτες του 2/39 Συντάγματος Ευζώνων η αντίσταση των Τούρκων ήταν σθεναρή.
Διοικητής του τότε ήταν ο Αιτωλοακαρνάνας Συνταγματάρχης Βλάσιος ΚΑΡΑΧΡΗΣΤΟΣ από το χωριό Χαλκιόπουλο,ο οποίος προσπαθούσε να εμψυχώσει τους στρατιώτες κινούμενος με το αλογό του στην πρώτη γραμμή.
Μάλιστα παραφράζοντας κάποιες από τις φράσεις του έλεγε: "Θα πολεμήσουμε,θα σκοτωθούμε,θα δικαστούμε,πάμε να κυνηγήσουμε τον Κεμάλ".
Δυστυχώς όμως για τον Συνταγματάρχη Καραχρήστο άλλα έγραφε η μοίρα και από βλήμα όλμου έχασε τη ζωή του.Τότε προσωρινός Διοικητής του ανέλαβε ο Λοχαγός ΜΥΛΩΝΟΠΟΥΛΟΣ από την περιοχή του Αγρινίου.Δυστυχώς όμως οι πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων προς την Άγκυρα και τη μεγάλη ιδέα είχαν το γνωστό τέλος.Από εδώ ξεκινά ένας άλλος γολγοθάς για τον ίδιο,το στράτευμα και τον Ελληνισμό. Αρχίζει η οπισθοχώρηση.Αρχικά κινείται με έναν κλεμμένο γάιδαρο για 2 ημέρες και στη συνέχεια για καλή του τύχη συναντά τον συγχωριανό και εξαδελφό του Αγγελάκη Τσούνη που ήταν οδηγός στρατιωτικού οχήματος.Επιβιβάστηκε στο εν λόγω όχημα και κινήθηκε για 2 ημέρες. 
Κατά την διάρκεια της οπισθοχώρισης συνάντησε και τον Δημήτριο Κροκίδα από το χωριό Σαργίαδα με τον οποίο έκλεψαν δύο προβατίνες αλλά δεν πρόλαβαν να τις ψήσουν γιατί πήραν εντολή να φύγουν καθώς κατέφθαναν τα Τουρκικά στρατεύματα.Στη σύγχυση που ακολούθησε έχασαν τον προσανατολισμό τους και πήγαν στο 6ο Σύνταγμα αντί στο 2/39.

Ακολούθως φτάνουν στην περιοχή της Σμύρνης η Πάνορμον.Στην ακτή προσήλθε ένα Ιταλικό πλοίο πλην όμως ο πλοίαρχος αρνείτο να προσεγγίσει στην ακτή προκειμένου να παραλάβει στρατιώτες,προφασιζόμενος διάφορες δικαιολογίες.
Τότε ο Έλληνας επικεφαλής Αξιωματικός σε επικοινωνία που είχε με τον πλοίαρχο του ζήτησε να κατέβει με μια βάρκα ο υποπλοίαρχος να συζητήσουν για λίγο το θέμα, πράγμα που έγινε και ο υποπλοίαρχος συνελήφθη όμηρος και μάλιστα αν το πλοίο δεν έδενε να παραλάβει στρατό θα εκτελείτο.
Με το πλοίο περνάει στη "Ραιδεστό" της Ανατολικής Θράκης.Εδώ έμεινε για λίγο χρονικό διάστημα και έβγαλε και μερικά χρήματα κάνοντας διάφορες αγοραπωλησίες με τούς ντόπιους και κυρίως με την ανταλλαγή βοδιών πού έσερναν τις άμαξες του στρατού.
Έδιναν τα νεαρά βοοειδή και έπαιρναν ηλικιωμένα με το αζημίωτο φυσικά (τράμπα και πανοτίμη που λέει ο λαός).
Στις τάξεις του στρατού έμεινε περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια επέστρεψε στη γενέτειρά του δοξάζοντας το Θεό.
Σε ερωτήσεις πού του γινόταν για το τι έφταιξε κατά την άποψή του για την Μικρασιατική καταστροφή απαντούσε:
«Οι κακουχίες τού στρατού,η κακή διοίκηση,η απειθαρχία που φάνηκε ιδιαίτερα στην άτακτη οπισθοχώρηση.Η κακή συμπεριφορά προς τους Τούρκους αμάχους με αποτέλεσμα οι διαμαρτυρίες τους στην Ευρώπη να αντιστρέψουν το κλίμα και αυτό να γίνει εχθρικό για την Ελλάδα.Περιέγραφε θηριωδίες από τον πόλεμο και από τις δύο πλευρές.
Την υπόλοιπη ζωή του πέρασε στη γενέτειρά του.Απέκτησε δύο αγόρια αλλά η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι χάνοντας την γυναίκα του ύστερα από οχτώ χρόνια γάμου,αφήνοντας ορφανά δύο παιδιά,το ένα μάλιστα σε ηλικία 1,5 ετών.
Ο γραφών γνώρισε τον μπάρμπα Μήτσο τόσο κατά τη διαμονή του στη θέση "Αμπέλια" όπως και στο μετέπειτα σπίτι του πλησίον του Ι.Ν Αγ.Θεοδώρων συνοικισμό Τσουνέϊκα.Κινούνταν πάντοτε πεζός με το κομπολόι στο χέρι και το ααπαραίτητο εξάρτημα την τραγιάσκα.
Πάντα ήταν ευγενικός,καλοσυνάτος και χαμηλών τόνων άνθρωπος.Έφυγε από τη ζωή το έτος 1975 σε ηλικία 84 ετών.
Έκανε κι αυτός όπως και τόσοι άλλοι συγχωριανοί το καθήκον προς την πατρίδα και την κοινωνία.
Αιωνία σου η μνήμη μπάρμπα Μήτσο!
Σ'ευχαριστούμε για τις υπηρεσίες που προσέφερες στην πατρίδα και να'ναι περήφανοι για σενα οι απόγονοί σου.