Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Οι Ποταμιώτες στους Εθνικούς Αγώνες του 1940 - 44 (φώτο-Ονόματα-Διηγήσεις).



 Μια επίκαιρη, λόγω της εθνικής γιορτής, ανάρτηση, αφιερωμένη στους Ποταμιώτες που πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο, στα οχυρά Ρούπελ και στην Eθνική αντίσταση.
  Αποτέλεσμα εικόνας για ο πολεμος 1940
Ο μπάρμπα Κώστας Αναγνωστόπουλος 92 ετών σήμερα και παρά τις κακουχίες της ζωής στέκει ακόμη ψυχικά αγέρωχος στο κρεβάτι της μοναξιάς.

Κάθε φορά που μιλάει για τον Ελληνοαλβανικό πόλεμο και για το Αντάρτικο αργότερα, τα μάτια του βουρκώνουν. Ο χρόνος συνθηκολόγησε μαζί του και γύρισε πίσω στα χρόνια της δικής του νιότης με τις πικρές εκείνες αναμνήσεις που η κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940,τον βρήκε έφηβο  να κουβαλάει με το γάιδαρό του ένα φορτίο καλαμπόκι και να το ανταλλάσσει με αλεύρι, κάπου κοντά στην Φραγκόσκαλα.


 Τότε καμιά δεκαπενταριά νέοι, από το Χωριό της Ποταμούλας είχαν επιστρατευθεί και έφευγαν για τα Γιάννενα, όπου χωρίστηκαν από τους επιτελείς ανάλογα με τις ανάγκες του στρατού.Μερικά από τα ονόματα όσων πολέμησαν την περίοδο της κατοχής σας τα παραθέτουμε όπως τα θυμάται ο παππούς Κωνσταντής και εάν κάποιος γνωρίζει η θυμάται και άλλους παρακαλούμε να μας το αναφέρει.
Στους εθνικούς αγώνες, έλαβαν μέρος:
Παπά- Δημήτρης Ιωακείμ (Πολυβολητής-με δύο Παράσημα από τον Διοικητή τού λόχου του).
Τα αδέρφια Τσιτσιβός Θύμιος (Νιούλας), Τσιτσιβός Βασίλης και Τσιτσιβός Στράτος (Λοχίας).
Παπαθανάσης Κώστας (Τανάλιας),Λάμπρος Μπακογιάννης,
Φραγκούλης Ιωάννης.
Τα αδέρφια Παπαθάνασης Ιωάννης (Παστρογιάννης) και Τάσος Παπαθανάσης.
 Τα αδέρφια, Τάσος ΤσούνηςΒαγγέλης Τσούνης ,Θανάσης Τσούνης.Ιωάννης Γκέκας τού Κων/νου,με παράσημα.
Σωτηρόπουλος Κώστας,
Ο στρατιώτης  Μπιτσικώκος Βλάσης του Ιωάννη
( Γεννήθηκε το 1906. Υπηρετούσε στο 40ο Σύνταγμα Ευζώνων, φονεύθηκε στη Μπολένα στις 14 Απριλίου1941).

Τσιτσιβός Σωτήριος (Έπεσε μαχόμενος τον Ιούλιο του 1944 στο στενωπό της οδικής αρτηρίας Αμφιλοχίας - Άρτας στο όρος Μακρυνόρος)
Μάλαινος Κώστας(Τσιαντής) Πεσόντας 1946-47 στην ορεινή Καστοριά .







   
Οι συνθήκες διαβίωσης στο μέτωπο ήταν άθλιες και οδυνηρές.  Καθημερινά έβγαζαν τα χιτώνια για να εξολοθρεύσουν τις ψείρες που τους βασάνιζαν ασταμάτητα. Βρασμένα σκέτα μακαρόνια ήταν το καθημερινό φαγητό των φαντάρων στην Κορυτσά, μεσημέρι – βράδυ που υπήρχε σε αφθονία χάρη στις γεμάτες ζυμαρικά αποθήκες την ηττημένων Ιταλών!
Άλλος φοβερός και τρομερός εχθρός, πού αποδεκάτισε το Ελληνικό Στράτευμα, ήταν τα κρυοπαγήματα.
Φώτο
(Ο λαϊκός τότε π.Δημήτριος Ιωακείμ με την σύζυγό του Πηνελόπη).
Το χιόνι δεν έλλειπε ποτέ, αλλά και τα χαρακώματα ήταν γεμάτα νερό. Το κρύο αυτό περόνιαζε τα κόκαλα, με αποτέλεσμα πολλοί να παθαίνουν κρυοπαγήματα, ένας εξ αυτών και ο λαϊκός τότε Παπα-Δημήτρης Ιωακείμ, που από θαύμα γλίτωσε τον ακρωτηριασμό.
Η μανία των Γερμανών έφτασε και στο δικό μας χωριό όταν το 1944 λεηλάτησαν και έκαψαν ταράτσες στα Γαβράκια και τα σπίτια του χωριού μας.

Οι κατακτητές δεν σταμάτησαν εκεί, βεβήλωσαν και έκαψαν  την Εκλησσία του Πολιούχου και προστάτη μας Αγίου  Γεωργίου. Από τη φωτιά γλίτωσαν τα Τσουνέικα και το σπίτι της Αλεξάνδρας Ανδρώνη (Τζαμίχαινας) και τα σπίτια της Λάττας.

          

Και μια μαρτυρία του Παπά Δημήτρη Ιωακείμ που βρήκαμε στην προσωπική Ιστοσελίδα του Πάπα Ηλία Υφαντήστο http://papailiasyfantis.wordpress.com/ και αναφέρει τα εξής:
Μνήμες φρίκης από τη γερμανική κατοχή.
Και διηγιόταν ο παπά-Δημήτρης Ιωακείμ το μαρτυρικό τέλος του γέρου Αριστείδη Τσιούμα, που καλούσε, απ’ το αντικρινό βουνό σε βοήθεια το γιο του, το Γιώργο , όπως το είδε απ’ το κρησφύγετό του, στο γειτονικό μας χωριό, την Ποταμούλα:

Ξάπλωσαν το γέροντα σ’ ένα αλώνι. Πλάκωσαν τα χέρια του και τα πόδια του με πέτρες. Τον σκέπασαν με άχυρα. Και τον έκαψαν ζωντανό. Κι ενώ οι σπαρακτικές κραυγές του ράγιζαν, όχι μόνο τις καρδιές, αλλά και τις πέτρες, οι «ιεραπόστολοι» του ναζισμού και της άριας φυλής διασκέδαζαν με το ανοσιούργημά τους.
Κατά δυστυχή συγκυρία, σε άλλο σημείο του χωριού μας, συνέλαβαν και δυό του γιους (το Νίκο και το Μήτσο), που τους τουφέκισαν.
Κι ύστερα τη γερόντισσα την Γιωργούλα Τσοβόλα. Που δεν μπορούσε να φύγει, όταν έκαψαν το χωριό, και την έκαψαν ζωντανή μέσα στο σπίτι της. Και τον άλλο γέροντα, τον Τάκη Πρατάρη, τον αλαφροΐσκιωτο, απ’ τηνΠοταμούλα. Που δεν καταλάβαινε τη λογική των κανιβάλων του Γ.΄ Ράιχ και κυκλοφορούσε ανέμελος ανάμεσά τους. Και που, για να του δώσουν να καταλάβει, τον εκτέλεσαν με τις λόγχες τους…
Κι ύστερα το αθώο παλικάρι (το Σωτηρόπουλο) απ’ τη Κυπάρισσο, που το υποπτεύθηκαν οι δικοί μας ως, δήθεν, κατάσκοπο. Επειδή, σαν παιδί, είχε την αφελή περιέργεια να ρωτάει τους αντάρτες για τις μάρκες των όπλων. Και που το πέθαναν δέρνοντάς το και ρίχνοντάς του λάδι καυτό και αλάτι, στις χαραγματιές, που του έκαναν στην πλάτη…
Και το Γάλλο, το Ζανό, που είχε λιποτακτήσει απ’ το γερμανικό στρατό. Και, που, για να διαφύγει τη σύλληψη απ’ τους Γερμανούς, πήδησε από μεγάλο ύψος και έπαθε ρήξη των σπλάχνων ή, κατ’ άλλους, πνευμονία. Για να πεθάνει τελικά στο σπίτι του μπάρμπα μου, στη Ραΐνα, και να ενταφιαστεί στο νεκροταφείο του χωριού μας.

TΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ 40'
Για το potamoula news:Τσιτσιβός Μάκης