Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Σαράντα μέρες «ΡΟΥΠΕΛ-ΠΕΤΡΙΤΣΙ-ΠΟΤΑΜΟΥΛΑ»

Γράφει ο κ.Δημήτρης Ι. Τσούνης
   (Αστυνομικός Διευθυντής Ε.Α)  

ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΕΡΕΣ ΡΟΥΠΕΛ- ΠΕΤΡΙΤΣΙ- ΠΟΤΑΜΟΥΛΑ

Πρόσφατα επισκέφθηκα μέρος των οχυρών της «Γραμμής Μεταξά», στην περιοχή του νομού Σερρών στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Η αρχική ενημέρωση – ξενάγηση πραγματοποιήθηκε από υπεύθυνο Αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού στα οχυρά του Ρούπελ. Έμεινα κατάπληκτος από το σχεδιασμό, την κατασκευή και τη σκοπιμότητα των οχυρών στην οριογραμμή των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων.
Οι εργασίες κατασκευής των οχυρών ξεκίνησαν το έτος 1936 από το όρος Μπέλλες μέχρι την περιοχή της Κομοτηνής, 300 περίπου χιλιόμετρα και διήρκησαν 3,5 χρόνια. Σκοπός τους η άμυνα της χώρας, σε περίπτωση εισβολής, κυρίως από τη Βουλγαρία, η οποία επιζητούσε να ξαναπάρει εδάφη που έχασε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.
Η οχυρωματική γραμμή αποτελούνταν από υπόγειες σήραγγες, παρατηρητήρια, πυροβολεία, αντιαρματικές τάφρους κλπ. Για την κατασκευή συμμετείχαν αποκλειστικά Έλληνες, τοπογράφοι, μηχανικοί, στρατιωτικοί του μηχανικού κυρίως, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και Ελληνικές εταιρίες κυρίως παραγωγής τσιμέντου.
Επιστρέφοντας στο χωριό μου την Ποταμούλα, διηγήθηκα κάποιες επιμέρους ιστορίες σε συγγενικό μου πρόσωπο σχετικά με την απόλυτη μυστικότητα των εργασιών, για το πώς επιλέγονταν οι στρατιώτες που θα εργάζονταν στην κατασκευή, πως μεταφέρονταν από και προς τα οχυρά, με τρένο και κλειστά παράθυρα και δεμένα μάτια!
Η καταγωγή τους ήταν κυρίως από τη νησιωτική ή τη Νότια Ελλάδα, ώστε να μην γνωρίζουν την ακριβή περιοχή που εργάστηκαν και σε περίπτωση προδοσίας ή αιχμαλωσίας, να μη μπορούν  να δώσουν ακριβές στίγμα της περιοχής όπου εργάστηκαν.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, μου διηγήθηκε και αυτός ότι ήταν αυτήκοος μάρτυρας των διηγήσεων του μακαρίτη και συγχωριανού μας Βασίλη Τσιτσιβού, που ζούσε στη γειτονιά του τα Τσουνέικα και ήταν στρατιώτης – μαχητής των οχυρών Μεταξά.
Με την κατάρρευση του μετώπου και την κατάληψη των οχυρών από τους Γερμανούς το 1941 πιάστηκε αιχμάλωτος. Οι Γερμανοί σεβάστηκαν τους αιχμαλώτους για τη γενναία αντίστασή τους και τους άφησαν ελεύθερους να φύγουν. Έκαναν όμως κάτι άνανδρο: έκοψαν τις ζώνες και τα κουμπιά από τα παντελόνια που φορούσαν οι αιχμάλωτοι!
Ερεύνησα ακόμη περισσότερο το γεγονός από τους οικείους του μπάρμπα Βασίλη, όπου έμαθα  ότι παρέα του ήταν και ο επίσης συγχωριανός μας Γιάννης Γκέκας του Γεωργίου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το έτος 1998. Από τον αδελφό του μπάρμπα Γιάννη, τον Κώστα και από το γιό του Γιώργο, έμαθα ότι πέραν της αιχμαλωσίας τους και της όλης ταλαιπωρίας τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήρθαν από την Ελληνοβουλγαρική μεθόριο Πετρίτσι – Ρούπελ Σερρών, μέχρι την Ποταμούλα Αγρινίου με τα πόδια, κουβαλώντας όπως έλεγαν την ψείρα και όλα τα κακά της μοίρας.

Πέρασαν πολλές σκέψεις από το μυαλό μου για την ενέργεια αυτή των Γερμανών και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι σκοπός αυτής της ατιμωτικής πράξης τους ήταν να καταβαραθρώσουν το ηθικό των αιχμαλώτων, καθώς ένας περήφανος άνδρας όπως ήταν οι μαχητές των οχυρών, αφενός δε θα κυκλοφορούσε χωρίς το παντελόνι του και θα είχε τρομερή δυσκολία στις μετακινήσεις του, κρατώντας με το ένα του χέρι το παντελόνι και με το άλλο τα λιγοστά του υπάρχοντα, αφετέρου η δε τυχόν αντίστασή του εκμηδενίζεται.
Όλο το οδοιπορικό διήρκησε 40 ημέρες γιατί παρότι νεαροί στην ηλικία, δεν είχαν δυνάμεις από την ασιτία να περπατήσουν γρήγορα, τα δε διάφορα επίκαιρα σημεία από όπου θα περνούσαν ήταν «πιασμένα» όπως έλεγαν από τους κατακτητές και αναγκάζονταν να τα παρακάμπτουν με χίλιες δυο αντιξοότητες. Αλληλοπειράζονταν μάλιστα στο δρόμο λέγοντας ότι τώρα πια οι δικοί τους άνθρωποι θα τους έχουν κάνει 40ήμερο μνημόσυνο, αφού δεν είχαν δώσει κανένα δείγμα ζωής.

                                                                   
Αυτοί ήταν οι αγνοί και αφανείς στρατιώτες που δόξασαν την πατρίδα και τίμησαν το χωριό μας. Ήταν πάντα περήφανοι και λεβέντες και έτσι δικαιούνται να αισθάνονται και οι απόγονοί τους.
Τιμή στους ήρωές μας!!!